Το τίμημα της βεβαιότητας: το άγχος

Το άγχος συγκαταλέγεται στις πιο συχνές μορφές ψυχικής δυσφορίας της εποχής μας. Μιλάμε γι’ αυτό περισσότερο από ποτέ, αναζητούμε τρόπους να το διαχειριστούμε και συχνά το αντιμετωπίζουμε σαν κάτι που πρέπει να εξαφανιστεί. Κι όμως, όσο περισσότερο προσπαθούμε να το απομακρύνουμε, τόσο περισσότερο φαίνεται να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ζούμε.

Αυτό οδηγεί σε ένα μάλλον άβολο ερώτημα.

Μήπως οι ίδιες οι προσπάθειές μας να απαλλαγούμε από το άγχος είναι εκείνες που, άθελά μας, το συντηρούν;

Το άγχος δεν είναι ένδειξη αδυναμίας ούτε σημαίνει ότι κάτι μέσα μας «δεν λειτουργεί σωστά». Είναι ένας φυσιολογικός μηχανισμός που μας βοηθά να προσαρμοζόμαστε και να προστατευόμαστε. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι πάντα το άγχος. Είναι ο τρόπος με τον οποίο έχουμε μάθει να το ερμηνεύουμε και, κυρίως, ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρινόμαστε σε αυτό.

Ένα από τα πιο συχνά μοτίβα που συναντώ στην κλινική πράξη δεν είναι απαραίτητα η ένταση του άγχους, αλλά η δυσκολία να αντέξουμε την αβεβαιότητα.

Θέλουμε να ξέρουμε από πριν ότι όλα θα πάνε καλά. Θέλουμε να είμαστε σίγουροι πριν πάρουμε μια απόφαση, πριν κάνουμε μια αλλαγή, πριν εκφράσουμε αυτό που πραγματικά χρειαζόμαστε.

Το παράδοξο είναι ότι αυτή η βεβαιότητα που αναζητούμε σπάνια έρχεται.

Και όσο περισσότερο προσπαθούμε να τη βρούμε, τόσο περισσότερο οργανώνουμε τη ζωή μας γύρω από την αποφυγή της αβεβαιότητας.

Αναβάλλουμε μια δύσκολη συζήτηση. Ξανασκεφτόμαστε μια απόφαση ξανά και ξανά. Ζητάμε διαβεβαιώσεις από τους άλλους. Περιμένουμε να νιώσουμε έτοιμοι, σίγουροι ή λιγότερο αγχωμένοι για να προχωρήσουμε.

Κάθε μία από αυτές τις συμπεριφορές μπορεί να μας προσφέρει μια στιγμιαία ανακούφιση. Ταυτόχρονα, όμως, μπορεί να ενισχύσει την πεποίθηση ότι η αβεβαιότητα είναι κάτι που δεν μπορούμε να αντέξουμε.

Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, η ζωή αρχίζει να οργανώνεται όχι γύρω από όσα έχουν πραγματικά σημασία για εμάς, αλλά γύρω από την προσπάθεια να μην αισθανθούμε δυσφορία.

Οι αποφάσεις μας δεν καθοδηγούνται πλέον τόσο από τις αξίες και τους στόχους μας, όσο από την ανάγκη να μειώσουμε το άγχος.

Κι αυτό είναι ίσως ένα από τα μεγαλύτερα κόστη του άγχους.

Όχι μόνο το πώς μας κάνει να νιώθουμε, αλλά το πόσο αθόρυβα μπορεί να περιορίσει τις επιλογές μας.

Η ψυχική υγεία δεν σημαίνει ότι δεν θα νιώθουμε άγχος. Σημαίνει ότι μπορούμε να νιώθουμε άγχος και, παρ’ όλα αυτά, να συνεχίζουμε να επιλέγουμε με βάση όσα έχουν σημασία για εμάς.

Η ουσιαστική αλλαγή σπάνια ξεκινά όταν το άγχος εξαφανιστεί. Ξεκινά όταν σταματούμε να περιμένουμε τη βεβαιότητα για να προχωρήσουμε.

Όταν αναγνωρίζουμε ότι η αυτοπεποίθηση δεν προηγείται της δράσης. Τις περισσότερες φορές, είναι το αποτέλεσμά της.

Ίσως, λοιπόν, το πιο ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι:

«Πώς θα σταματήσω να αγχώνομαι;»

Αλλά:

«Πόσο χώρο έχω ήδη παραχωρήσει στο άγχος να αποφασίζει για μένα;»

Γιατί όταν κάθε επιλογή υπαγορεύεται από την ανάγκη να αποφύγουμε την αβεβαιότητα, δεν περιορίζεται μόνο το άγχος.

Περιορίζεται και η ίδια η ζωή.

© Χριστίνα Κουρτίδου-Χολτ, MSc

Ψυχολόγος

Next
Next

Anxiety Isn't the Problem. Our Relationship With It Is.